Ἑλληνική Ὀρθοδοξία, Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί ἡ ἐν ΗΠΑ Ἐκκλησία
(Πανοσιολ. Ἀρχιμ. Ἐλπιδοφόρου Λαμπρυνιάδου, Ἀρχιγραμματέως τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου)
Σεβασμιώτατοι,
Αἰδεσιμ. Κοσμήτωρ π. John Behr,
σεβαστοί πατέρες,
ἀδελφοί καί ἀδελφές,
Αἰσθάνομαι ἰδιαίτερη χαρά σήμερα νά βρίσκομαι στούς χώρους τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἁγ. Βλαδιμήρου, ἑνός φυτωρίου τῶν θεολογικῶν γραμμάτων καί τῆς ἱερατικῆς κλήσεως, τό ὁποῖο θεμελίωσε ἡ ρωσσική πνευματικότητα καί ἡ διανόηση μεγάλων σκαπανέων τοῦ πνεύματος καί λειτουργῶν τοῦ ὑψίστου, ὅπως οἱ πατέρες Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Ἀλέξανδρος Σμέμαν καί Ἰωάννης Meyendorff.
Ἐκφράζω τίς εἰλικρινεῖς εὐχαριστίες μου στούς ἀξίους διαδόχους τῶν ὡς ἄνω μεγάλων θεολόγων γιά τήν πρόσκλησή τους νά συμμετάσχω στό ὑψηλοῦ ἀκαδημαϊκοῦ ἐπιπέδου Συμπόσιο αὐτό καί νά ἔχω τήν εὐκαιρία νά διαβιβάσω σέ ὅλους τίς πατρικές εὐχές καί τίς Πατριαρχικές εὐλογίες τῆς Α. Θ. Π. τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, τοῦ Προκαθημένου τῆς Ἁγίας Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως.
(Λυποῦμαι γιά τό γεγονός ὅτι ἡ λόγῳ τῆς τελευταίας συνεδρίας τῆς Ἁγίας Ἱερᾶς Συνόδου καθυστερημένη ἄφιξή μου, δέ μοῦ ἐπέτρεψε νά παρακολουθήσω τίς δύο πολύ ἐνδιαφέρουσες παρουσιάσεις τῶν κυρίων Timothy Clark καί George Lewis Parsenios).
Τό θέμα τό ὁποῖο καλοῦμαι σήμερα νά παρουσιάσω ἐνώπιον σας εἶναι ἡ «Ἑλληνική Ὀρθοδοξία καί τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί ἡ ἐν ΗΠΑ Ἐκκλησία». Ξεκινῶντας ἀπό τό περιεχόμενο καί τήν ἱστορική ἐξέλιξη τοῦ ὅρου «Ἑλληνική Ὀρθοδοξία» θά προσπαθήσω νά διερευνήσω τή σχέση του μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί, τέλος, μέ βάση αὐτά θά ἑρμηνεύσω τή στάση τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως ἐπί τῆς ἐκκλησιαστικῆς καταστάσεως στίς ΗΠΑ καί θά παρουσιάσω τό ὅραμά της γιά τό μέλλον τῆς ἀμερικανικῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀπό τῆς συστάσεως αὐτῆς ὑπό τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπί τῆς γῆς καί ἰδίως ἀπό τῆς ἀρχῆς τῆς ὀργανώσεώς της ὑπό κατά τόπους Ἐπισκόπους ἐπηρεάσθη βαθύτατα, ὅπως ἦταν ἄλλωστε φυσικό, ἀπό τό πολιτικό, διοικητικό καί πολιτισμικό πλαίσιο τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, χαρακτηριζομένης, ὡς αὐτοκρατορίας, ἀπό συγκρητισμό, πολυεθνικότητα, καί πολυπολιτισμικότητα, ἀλλά καί ἀπό ἑνιαῖο δίκαιο, ἑνιαία δομή διοίκησης, κοινή γλῶσσα, κοινό νόμισμα κλπ.
Ἀπό τή στιγμή πού ὁ Χριστιανισμός, μετά τήν περίοδο τῶν διωγμῶν κατεγράφη ὡς γνωστή καί ἀνεκτή, στήν ἀρχή, καί ἐπίσημη, ἐν συνεχείᾳ, θρησκεία τῆς αὐτοκρατορίας ἡ ἴδια ἡ ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας ἐπηρεάσθη ἀλλά καί ἐπηρέασε τήν ταυτότητα τοῦ ρωμαίου πολίτη. Δέν θέλω ἐδῶ νά ἐπεκταθῶ στό πόσο ἡ Θεία Πρόνοια εἶχε μέ αὐτό τόν τρόπο προετοιμάσει τό πολιτικό καί πολιτισμικό ἱστορικό πλαίσιο γιά τήν ἐξάπλωση καί ἑδραίωση τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, οὔτε στό πόσο ἡ πολυεθνική καί πολυπολιτισμική ταυτότητα τῆς αὐτοκρατορίας διευκόλυναν τόν ἐπί τῶν ἰδίων ἐξωτερικῶν στοιχείων βασιζόμενο χριστιανισμό.
Θέλω ὅμως νά ἐπιστήσω τήν προσοχή σας στήν ἔννοια καί τό περιεχόμενο τοῦ ρωμαίου πολίτη (ἤ κατοίκου τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας), κυρίως ἀπό τήν ἐποχή πού αὐτός ἄρχισε νά ἔχει ὡς χαρακτηριστικό τῆς ταυτότητός του τή χριστιανική θρησκεία.
Ὁ ρωμαῖος χριστιανός φυλετικά μπορεῖ νά ἀνήκει σέ ὁποιοδήποτε ἔθνος, νά ἔχει ὡς μητρική ὁποιαδήποτε γλῶσσα καί παρά ταῦτα νά εἶναι πιστός ὑπαγόμενος στόν ἕνα Ἐπίσκοπο τῆς πόλεως τῆς προσωρινῆς ἤ τῆς μονίμου κατοικίας του, ὅπως ἀπό κοσμικῆς ἀπόψεως ὑπήγετο στόν διοικητή ἤ ρωμαῖο ἔπαρχο τῆς περιοχῆς. Ἡ ἰδιότητά του ὡς πολίτη τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ εἶχε, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, τά ἴδια χαρακτηριστικά τῆς ἰδιότητάς του ὡς πολίτη τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας: ἀνεξαρτήτως φυλῆς, γλώσσας ἤ καταγωγῆς.
Ἀνάλογη ἦταν καί ἡ ταυτότητα τῆς ἐντός τῆς Αὐτοκρατορίας Ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας: Βάση καί κριτήριο τῆς ὀργάνωσης ὑπῆρξε ἐξ ὑπαρχῆς τό γεωγραφικό κριτήριο, μέ ἕνα ἐπίσκοπο γιά κάθε πόλη, στόν ὁποῖο ὑπήχθησαν ὅλοι οι κάτοικοι τῆς περιοχῆς, χωρίς γλωσσική ἤ ἄλλη διάκριση, κατά τήν ἀποστολική διδασκαλία: «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ˙ πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.» (Γαλ. 3, 28).
Ἐπὶ τῆς ἰδίας ἀρχῆς, οἱ Ἐκκλησίες ὀνομάζονται σήμερα «Ἐκκλησία Ἀλεξανδρείας», «Ἐκκλησία Ἀντιοχείας», «Ἐκκλησία Ἱεροσολύμων», «Ἐκκλησία Ρωσσίας» καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς, μὲ γεωγραφικοὺς δηλαδή προσδιορισμούς. Εἶναι ἀντιπαραδοσιακὸ καὶ ἀντικανονικὸ ἀπὸ ἐκκλησιαστικῆς ἀπόψεως νὰ ὀνομάζονται τὰ Πατριαρχεῖα ὡς «Ρωσσικὸν», «Σερβικὸν», «Ρουμανικόν», «Βουλγαρικὸν» ἢ «Γεωργιανόν», καὶ οἱ Πατριάρχες: «Πατριάρχης τῶν Ρώσσων», «τῶν Σέρβων», «τῶν Ρουμάνων», «τῶν Βουλγάρων» ἢ «τῶν Γεωργιανῶν», διότι οἱ χαρακτηρισμοὶ αὐτοὶ εἰσάγουν ὄχι μόνο στὴ διασπορά, ἀλλὰ καὶ στὶς κατὰ τόπους Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τὸ ἐθνοφυλετικὸ κριτήριο καὶ διχάζουν τὸ ποίμνιο τοῦ ἐπισκόπου τοῦ τόπου μὲ βάση τὴν ἐθνικὴ καταγωγή, ἀφήνοντας περιθώριο γιὰ εἰσπήδηση εἰς ἑτέραν ἐπαρχία καὶ παρ’ ἐνορίαν πράξη. Αὐτὸ ἰσχύει καὶ σὲ ἐπίπεδο τοπικῆς Ἐκκλησίας καὶ στὴ διασπορά, διότι οἱ ἱεροὶ κανόνες δὲν μπορεῖ νὰ ἔχουν ἐπιλεκτικὴ καὶ περιπτωσιακὴ ἰσχύ, ἀλλὰ καθολική.
Ἡ ἐμπειρία καί ἡ διδασκαλία αὐτή τῆς Ἐκκλησίας ἀποτυπώθηκε καί στίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, οἱ ὁποῖες κωδικοποίησαν καί κατέγραψαν δεσμευτικά γιά ὅλο τόν χριστιανισμό ὄχι μόνο τήν ἅπαξ παραδοθεῖσα πίστη καί τό δόγμα της, ἀλλά τίς ἀρχές τῆς διοικητικῆς της ὀργανώσεως. Οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι, ἐφιστῶ τήν προσοχή σας, δέν ἐδογμάτισαν ἐκ τοῦ μή ὄντος, οὔτε ἐπέβαλαν ὅρους ἐκκλησιαστικῆς ὀργανώσεως μή ὑπαρκτούς μέχρι τότε.
Τόσο σέ θέματα πίστεως ὅσο καί σέ θέματα διοικήσεως κωδικοποίησαν τήν ἀποστολική διδασκαλία, τήν ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας καί τήν πατερική παράδοση. Οὔτε χρειάζεται ἐδῶ νά ἐπεκταθῶ στήν παρουσίαση τῆς ἐπαρκῶς ἤδη ἀποδειχθείσης ἐσφαλμένης διακρίσεως τῶν Ἱερῶν Κανόνων σέ δογματικούς, μή δυναμένους νά ἀναθεωρηθοῦν, καί σέ διοικητικούς, ἐπιδεχομένους τροποποίησιν.
Ἐπανερχόμενος στήν ἀνάλυση τῶν ὅρων, ὑπενθυμίζω ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἐντός τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, αὐτῆς πού κατά τόν 18ο αἰῶνα ὀνομάστηκε ἀπό δυτικούς ἱστορικούς ὡς Βυζαντινή, ὠνομάστηκε Ρωμαϊκή, ὅταν ἄρχισαν νά ἐμφανίζωνται σχισματικές καί αἱρετικές ἐκκλησιαστικές δομές, οἱ ὁποῖες ἔπρεπε νά διακρίνωνται ἀπό ἀπόψεως ὁρολογίας. Αὐτό ἔγινε ἐντονώτερο καί καθιερώθηκε στό χῶρο τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς μετά τό Σχίσμα τοῦ ἔτους 1054 καί κυρίως μετά τήν ἐπικράτηση τῆς Ὀθωμανικῆς ἐπί τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας.
Ὁ ἀλλόπιστος πλέον Σουλτᾶνος ἐπικύρωσε καί καθιέρωσε καί ἐπισήμως τόν ὅρο «Ρωμαϊκόν ἔθνος» (Rum Milleti ₌ Roman nation) προκειμένου περί ὅλων τῶν χριστιανῶν Ὀρθοδόξων κατοίκων τῆς αὐτοκρατορίας πού κατέλαβε. Γιά τόν Σουλτᾶνο, ὅπως ἄλλωστε καί γιά τόν προκάτοχό του Αὐτοκράτορα, δέν ὑπῆρχαν διακρίσεις ἐθνῶν, ἀλλά διακρίσεις θρησκειῶν καί ὁμολογιῶν. Γι᾿ αὐτό, ἄλλωστε, καί οἱ πληθυσμοί, οἱ ὁποῖοι ἐξισλαμίζοντο δέν ὀνομάζοντο «Ρωμηοί μουσουλμάνοι», ἀλλά τοῦρκοι. Ὁ ἐξισλαμιζόμενος «τούρκευε», ἄλλαζε ταυτότητα.
Ἡ Ὀθωμανική Αὐτοκρατορία, δηλαδή, υἱοθέτησε καί σεβάστηκε τήν ὑφισταμένη ἐκκλησιαστική ὁρολογία, κατά τήν ὁποία ὁ κατακτημένος ρωμαῖος χριστιανός δέν διακρινόταν μέ βάση τή γλῶσσα καί τήν ἐθνική του καταγωγή, ἀλλά μέ βάση τήν ἰδιότητά του ὡς μέλους τῆς Ἐκκλησίας.
Ἔτσι, στίς γλῶσσες τῆς Ἀνατολῆς (ἑλληνική, τουρκική, ἀραβική) τά Πατριαρχεῖα (Οἰκουμενικό, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ἱεροσολύμων) χαρακτηρίστηκαν ὡς Rum Orthodox (δηλαδή Roman Orthodox) σέ ἀντιδιαστολή μέ τή Rum Catholic (δηλαδή Roman Catholic) ἤ μέ τήν Ἀρμενική ἤ τή Συριακή Ἐκκλησίες.
Πρόβλημα δημιουργήθηκε ὅταν μέ τήν ἄνοδο τοῦ ἐθνικισμοῦ (19ος αἰώνας) στά Βαλκάνια ὁ ὅρος Rum μετεφράσθη ὡς Greek γιά νά ἀποτελέσει τήν αἰτία τῆς ἀνασυγκρότησης καί τῆς αὐτοτέλειας τῶν Ὀρθοδόξων λαῶν καί ἀπό ἐκκλησιαστικῆς ἀπόψεως. Στό μεταξύ, βεβαίως, εἶχε ἱδρυθεῖ τό Ἑλληνικό Κράτος καί κάθε ἔννοια ἑλληνικότητας ἀντιμετωπιζόταν μέ ὅρους ἐθνικιστικούς, δίνοντας ἔτσι ἕνα ἐντελῶς διαφορετικό περιεχόμενο στόν ἀρχικό ὅρο Rum.
Γιά νά μήν ἐπεκταθῶ περισσότερο συνοψίζω ἁπλῶς ὡς ἑξῆς: Ἡ προέλευση τοῦ ὅρου «ἑλληνική Ὀρθοδοξία» ἔχει λάβει σήμερα ἕνα περιεχόμενο ἐθνικοῦ χαρακτῆρα, τό ὁποῖο διαστρεβλώνει τήν πραγματικότητα. Ὁ ὅρος «Ἑλληνική Ὀρθοδοξία» ἤ «Rum Orthodox» ἀποδίδεται στήν ἀγγλική ὀρθότερα ὡς «Roman Orthodox». Ὅπως ὁ ὅρος Roman Catholic δέν μεταφράζεται ὡς «italian catholic», ἔτσι καί ὁ ὅρος «Rum» ἤ «Roman» Orthodox δέν πρέπει νά μεταφράζεται ὡς «Greek Orthodox», μέ τρόπο δηλαδή πού νά δίδει ἐθνικό περιεχόμενο σέ μία καθαρά ἐκκλησιαστική ὁρολογία. Ἡ ἀρχική ἕννοια τοῦ ὅρου διασώζεται καί στίς οὐνιτικές Ἐκκλησίας οἱ ὁποῖες φέρουν δυστυχῶς τόν ἀτυχῆ τίτλο «Greek Catholic». Αὐτοί δέν εἶναι ἀσφαλῶς ἕλληνες, ἀλλ᾿ οὐνίτες ὑποταγμένοι στόν Πάπα καί ἀκολουθοῦν τόν Βυζαντινό (βλέπε ἀνατολικό ρωμαϊκό) ρυθμό.
Ἐπίσης εἶναι χαρακτηριστικό τό γεγονός ὅτι ὅλοι οἱ σλαβικοί λαοί κατά τήν πρό τῆς ἐμφανίσεως τοῦ ἐθνικισμοῦ περίοδο δέν εἶχαν κανένα ἀπολύτως πρόβλημα νά ὀνομάζονται Rum Orthodox καί νά ὑπάγονται στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, τό ὁποῖο, νά μή ξεχνοῦμε, οὐδέποτε κατέβαλε προσπάθεια ἐξελληνισμοῦ τους, ἀφοῦ αὐτό ἦταν ἀντίθετο πρός τίς ἀρχές καί τήν ἴδια τήν ταυτότητά του ὡς Οἰκουμενικοῦ. Οὔτε κἄν τήν περίοδο τοῦ ἐκχριστιανισμοῦ τῶν Σλαύων ἐπεχειρήθη ὁ ἐξελληνισμός τους: ἀντιθέτως ἐνισχύθη (οὐσιαστικά ἐδημιουργήθη) ἡ γλῶσσα τους μέ τήν ἐκπόνηση ἰδιαιτέρου γι᾿ αὐτούς ἀλφαβήτου καί μέ τήν ὑποστήριξη τῆς πολιτισμικῆς τους ταυτότητας.
Εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσσίας ἀπὸ τόν 18ο αἰῶνα καὶ μέχρι τὴν Ὀκτωβριανὴ Ἐπανάσταση δέν εἶχε δυσκολία νά ὀνομάζεται «Ἑλληνο-Ρωσσική», ἤ ἀκόμη καί ἡ δική σας Ἐκκλησία μέχρι το 1971 ὀνομαζόταν «Russian Orthodox Greek Catholic Church of America»3.
Αφοῦ, λοιπόν, φρονῶ, ἀποδείξαμε ἐπαρκῶς ὅτι ὁ ὅρος «Greek Orthodox» προκειμένου περί τῶν Πατριαρχείων τῆς Ἀνατολῆς δέν εἶναι ἀκριβής ἀπόδοση τῆς πραγματικῆς τους ταυτότητας, μποροῦμε νά ἑρμηνεύσουμε καλύτερα τίς σημερινές ἐξελίξεις τόσο στό χῶρο τῆς διασπορᾶς, ὅσο καί στά ἴδια τά Πατριαρχεῖα.
Ἀπό τή στιγμή πού δημιουργήθηκε τό ἀνεξάρτητο Ἑλληνικό Κράτος, τό ὁποῖο ἀπό ἀπόψεως ὁρολογίας ταυτιζόταν μέ τά Πατριαρχεῖα τῆς Ἀνατολῆς, αὐτά διῆλθαν περίοδο κρίσεως ταυτότητας.
Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο παρεχώρησε Αὐτοκέφαλο καθεστώς στίς Ἐκκλησίες Ἑλλάδος, Σερβίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας, Πολωνίας, Ἀλβανίας καί Τσεχίας καί Σλοβακίας (19ος – 20ός αἰ.) καί μετά τή μικρασιατική καταστροφή ἔχασε σχεδόν ὅλο τό ἐντός τῆς Τουρκίας ποίμνιό του μέ τήν ὑπογραφή τῆς Συνθήκης τῆς Λωζάννης καί τήν ἀνταλλαγή τῶν πληθυσμῶν μεταξύ Ἑλλάδος καί Τουρκίας.
Τά Πατριαρχεῖα Ἀντιοχείας καί Ἱεροσολύμων πέρασαν κρίση ταυτότητας, διότι ἡ ἑλληνικότητά τους κινδύνεψε νά ταυτισθεῖ μέ τήν τύχη τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους καί τήν πολιτική τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας. Ἐπίσης καὶ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσσίας, ἔχοντας μετατραπεῖ μετὰ τὴν κατάργηση τοῦ Πατριαρχείου ἀπὸ τὸν Μέγα Πέτρο σὲ ἕναν κρατικὸ ὀργανισμό, συμβιβάσθηκε μὲ τὴν πανσλαβιστικὴ κατεύθυνση τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ Ρωσικοῦ Κράτους κατὰ τὸν 19ο αἰῶνα, διότι αὐτὴ τῆς παρεῖχε τὴ δυνατότητα, ἔχοντας τὴν πλήρη κάλυψη τοῦ Κράτους, νὰ προωθῆ καὶ τὰ δικὰ της συμφέροντα.
Ἔτσι, διὰ τῆς ἱδρύσεως τῆς Αὐτοκρατορικῆς Παλαιστινείου Ἑταιρείας τὴν 28η Μαΐου 1882, διὰ τὴν παροχὴ βοήθειας στοὺς ρώσσους προσκυνητές, μετατράπηκε σὲ ὄργανο τῶν τσαρικῶν συμφερόντων στή Μέση Ἀνατολή, προωθῶντας ταυτοχρόνως καὶ τὰ δικὰ της συμφέροντα σὲ αὐτὴ τὴν εὐαίσθητη περιοχή.
Τό Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας ἔστρεψε τήν προσοχή του στήν ἱερασποτολή πρός τούς λαούς τῆς Ἀφρικῆς. Ἀφοῦ ἀνέπτυξε καί ἑδραίωσε τήν ὀργανωμένη ἱεραποστολή ἐζήτησε τό ἔτος 2001 ἐπισήμως μέ γράμματα ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο τήν παραχώρησιν τῆς δικαιοδοσίας ἐφ᾿ ὅλης τῆς ἠπείρου. Ἀπό τότε προσετέθη στόν τίτλον τοῦ Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας ἡ φράση «καί πάσης Ἀφρικῆς» ἐνῷ μέχρι τότε ἦταν «καί πάσης γῆς Αἰγύπτου» μόνο.
Ὁ ἐθνικισμός χτύπησε τήν πόρτα καί τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων, τοῦ ὁποίου οἱ παλαιστίνιοι πιστοί ἐδυσκολεύοντο νά καταλάβουν πλέον γιατί ἡ Ἐκκλησία τους ἔφερε τόν τίτλο «Rum Orthodox» (κακῶς μεταφραζόμενο ὡς greek) ἐνῷ οἱ ἴδιοι ὁμιλοῦσαν ἀραβικά καί εἶχαν ἀραβική ἐθνική συνείδηση. Μέ συνετή ὅμως ποιμαντική δράση καί ἐπίδειξη εὐαισθησίας στίς ἀνάγκες τοῦ παλαιστινιακοῦ ποιμνίου, κατόρθωσε νά ἀντιμετωπίσει τίς ἑκάστοτε ἀναφυόμενες ἐθνικιστικές ἐξάρσεις καί κρίσεις.
Νομίζω ὅτι ἦταν ἀπαραίτητο αὐτό τό περίγραμμα γιά νά μπορέσουμε νά προσεγγίσουμε τή σημερινή κατάσταση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στίς ΗΠΑ καί τή θέση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.
Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο δέν εἶναι ἐθνικό μέ τή σημερινή ἔννοια τοῦ ὅρου. Εἶναι συνεχιστής τῆς πατροπαράδοτης, παραδοσιακῆς ἔκφρασης τοῦ χριστιανισμοῦ, ὅπως διαμορφώθηκε αὐτός ὀργανωτικά στό ἱστορικό πλαίσιο μιᾶς μή ἐθνικῆς, μιᾶς οἰκουμενικῆς Αὐτοκρατορίας καί ὅπως κατεγράφη καί κωδικοποιήθηκε στίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
Οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι κατέγραψαν τήν ἀρχική χριστιανική καί ἀποστολική συνείδηση περί ὀργανώσεως τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου μέ βάση καθαρά τό γεωγραφικό κριτήριο καί ὄχι τή γλωσσική ἤ τήν ἐθνική καταγωγή. Ἡ δικαιοδοσία κάθε Ἐκκλησίας περιεγράφη ἐπακριβῶς στίς ἀποφάσεις τους, ἐνῷ οἱ συγκροτοῦντες αὐτές ἅγιοι καί θεοφόροι πατέρες ἦσαν ἐν γνώσει ὅτι ὑπῆρχαν περιοχές ἐκτός τῶν ὁρίων τοῦ ρωμαϊκοῦ κόσμου καί ἐκτός τῆς γνωστῆς τότε «οἰκουμένης», τίς ὁποῖες ὀνόμασαν μέ τόν τεχνικό ὅρο «βαρβαρική». Ἡ ποιμαντική εὐθύνη γι᾿ αὐτές τίς περιοχές ἀπεδόθη στὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη.
Οἱ γεωγραφικές δικαιοδοσίες τῶν Ἐκκλησιῶν καί τῶν Πατριαρχείων πού συνεστήθησαν ἀργότερα (ἐνν. μετά τίς Οἰκ. Συνόδους) περιεγράφησαν ἐπίσης ἐπακριβῶς ἀπό τούς Πατριαρχικούς καί Συνοδικούς Τόμους πού ἐξέδωσε τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἐξασφαλίζοντας καί ἐκφράζοντας τήν πανορθόδοξη συνείδηση καί συναίνεση.
Εἶναι ἀποδεδειγμένο ἐπαρκῶς ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσσίας ἀνέπτυξε Ἱεραποστολική δράση στήν Ἀλάσκα ἀπό τόν 18ο αἰώνα, ὅταν ἡ περιοχή αὐτή ἀποτελοῦσε ρωσσικό ἔδαφος, ὅπως ἄλλωστε ἔπρατταν οἱ Ἐκκλησίες τῶν αὐτοκρατοριῶν τῆς ἐποχῆς στίς ἀπιοκίες τους.
Τό κανονικό ἐρώτημα ἐν προκειμένῳ εἶναι: ἡ ἐδαφική ἐπέκταση ἑνός κράτους συνιστᾷ αὐτονοήτως ἐπέκταση δικαιοδοσίας τῆς Ἐκκλησίας τοῦ κράτους αὐτοῦ στήν ἐν λόγῳ περιοχή; Ἤ καί τό ἄλλο ἐρώτημα: Ἡ ἀνάπτυξη ἱεραποστολῆς σέ γεωγραφικό χῶρο ἐκτός δικαιοδοσίας συνιστᾷ ὡσαύτως ἀξίωση δικαιοδοσίας;
Τό κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καί ἡ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀσφαλῶς ἐπαινετέα, ἐνῷ ἡ ἀγιότητα καί ἡ θυσιαστική προσφορά τῶν πρώτων ἱεραποστόλων εἶναι παγκοίνως σεβαστά καί ἀποδεκτά.
Ἡ γεωγραφική, ὅμως, δικαιοδοσία τῆς Ἐκκλησίας Ρωσσίας εἶναι σαφῶς περιγεγραμμένη στόν Τόμο τῆς Αὐτοκεφαλίας πού παρέλαβε ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Τό ἐπιχείρημα ὅτι πρώτη αὐτή εὐηγγέλισε ἕνα τμῆμα τῆς ἀμερικανικῆς ἠπείρου δέν εἶναι ἐκκλησιαστικό, οὔτε καί ἔχει κανονική βάση, ἀλλά ἐκφράζει ἀποικιοκρατική νοοτροπία. Μποροῦμε σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο νὰ ἀναφέρουμε καὶ τὰ παραδείγματα τῆς ρωσσικῆς ἱεραποστολῆς στὴν Κίνα καὶ στὴν Ἰαπωνία, χῶρες τὶς ὁποῖες ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσσίας θεωρεῖ κανονικὸ της ἔδαφος! Ἡ ὀρθή ἀντιμετώπιση σέ ἀνάλογες περιπτώσεις εἶναι ἡ τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας, τό ὁποῖον ἐζήτησε καί ἔλαβε ἐπισήμως τήν δικαιοδοσία ἐπί τοῦ συνόλου τῆς ἀφρικανικῆς ἠπείρου, ὅπως προείπαμε.
Ἡ περαιτέρω παρουσία τῆς Ὀρθοδοξίας στίς ΗΠΑ περί τά τέλη τοῦ 19ου καί κατά τήν διάρκεια τοῦ 20οῦ αἰῶνα ἔχει τά κοινά χαρακτηριστικά ὅλης τῆς ὀρθοδόξου διασπορᾶς σέ ὅλο τόν κόσμο: οἱ ὀρθόδοξοι ὀργανώθηκαν ἐκκλησιαστικά μέ βάση κυρίως τήν ἐθνική καταγωγή καί τίς Ἐκκλησίες τῆς προελεύσεώς τους. Ἑπομένως δὲν εἶναι δίκαιο νὰ λέμε ὅτι μὲ τὸν τρόπο αὐτό… «διεσπάσθη ἡ ἑνότητα αὐτὴ καὶ αὐθαιρέτως ἀντικατεστάθη ἀπὸ τὴν ἀνήκουστη ἀρχὴ τῆς “πολλαπλὴς δικαιοδοσίας”»4.
Τά πρεσβυγενῆ Πατριαρχεῖα ἐσεβάσθησαν τόν 28ο κανόνα τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί τήν δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐπί τῶν ἐκτός τῶν γεωγραφικῶν ὁρίων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν περιοχῶν. Μόνη ἐξαίρεση ἀπετέλεσε, δυστυχῶς, τό Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας, τό ὁποῖο μέσα στήν σύγχυση πού προκλήθηκε στά τέλη τοῦ 19ου αἰῶνα μέ τήν ὀρθή ἀπόδοση καί τό ἀκριβές περιεχόμενο τοῦ ὅρου «Ἑλληνορθόδοξον Πατριαρχεῖον» «Rum Orthodox Patriarchate» παρασύρθηκε ἀπό τήν ἔξαρση τοῦ ἀραβικοῦ ἐθνικισμοῦ καί ἔκανε διαφορετικές ἐκκλησιολογικές ἐπιλογές γιά νά ἐπιβιώσει σέ ἕνα περιβάλλον τό ὁποῖο χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ἐπικίνδυνα αὐξανόμενη τότε ἀντιδυτική του (τοῦ γεωπολιτικοῦ ἐνν. περιβάλλοντος).
Ἡ ἐξέλιξη τῆς παρουσίας τῆς Ἐκκλησίας Ρωσσίας στίς ΗΠΑ ἐπηρεάστηκε βαθύτατα ἀπό τίς συνέπειες τῆς Ὀκτωβριανῆς Ἐπανάστασης τοῦ ἔτους 1917 καί τήν καθιέρωση στή Ρωσσία τοῦ ἀθεϊστικοῦ καθεστῶτος. Ἡ ἐπικοινωνία μέ τό χειμαζόμενο Πατριαρχεῖο Μόσχας γινόταν ὅλο καί πιό δύσκολη, ἐνῶ κάθε ἐξάρτηση ἀπό αὐτό, κατηγορούμενο γιά συνεργασία μέ τό ἀθεϊστικό καθεστώς, ἀντιμετωπιζόταν μέ καχυποψία καί ἔντονη διστακτικότητα. Σέ αὐτό συνετέλεσε ἀργότερα καί τό ψυχροπολεμικό κλίμα μεταξύ τῶν δύο ὑπερδυνάμεων, πού καθιστοῦσε ἀδιανόητο τό γεγονός ἀμερικανοί πολίτες νά ὑπάγονται ἐκκλησιαστικά στή Μόσχα5.
Ἤδη ἀπό τό 1924, ὅπως γνωρίζετε, ἀποφασίστηκε ἡ «προσωρινή αὐτονομία» τῆς ἐν ΗΠΑ παρουσίας τῆς Ἐκκλησίας Ρωσσίας6. Ἡ Μόσχα ἀμφισβητοῦσε τήν κανονικότητά τους7 ἐνῶ αὐτοί μνημόνευαν τόν Πατριάρχη Μόσχας τυπικά ὡς ἐκκλησιαστική ἀρχή τους8. Δὲν λησμονοῦμε ὅτι τὸ ἔτος 1946 ἔγινε μία προσπάθεια ὑπαγωγῆς ὑπὸ τὸν τότε Πατριάρχη Μόσχας Ἀλέξιο Α’, ἡ ὁποία δὲν καρποφόρησε9. Ἀνάλογη προσπάθεια ἔγινε ξανά τὸ ἔτος 1966, ὅταν ὁ Μητροπολίτης Εἰρηναῖος ἀπευθύνθηκε πρὸς ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους Προκαθημένους10.
Εἶναι γνωστές οἱ ἐξελίξεις πού ὁδήγησαν στήν ἀπόδοση τῆς ἀντικανονικῆς αὐτοκεφαλίας τῆς Μετροπόλια, τήν ὁποία μόλις τό 1970 τό Πατριαρχεῖο Μόσχας μετονόμασε ἀπό «Russian Orthodox Greek Catholic Church of America» σέ OCA11.
Πέραν τοῦ ἐρωτήματος ἄν ἦταν κανονική ἡ ἀπόδοση «αὐτοκεφαλίας» (τήν ὁποία δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἀναγνώρισαν μόνο Ἐκκλησίες τῆς σοβιετικῆς σφαίρας ἐπιρροῆς12), τίθενται τὰ ἐρωτήματα:
Ἡ ἐπιδίωξη τῆς τοπικῆς ἀπεξάρτησης τῆς Μετροπόλια ἀπό τήν Ἐκκλησία Μόσχας ὑπαγορευόταν ἀποκλειστικά καί μόνον ἀπό ἰδεολογικούς λόγους καί ἀπό ἐκκλησιολογικές ἀρχές περί τοπικότητος τῆς Ἐκκλησίας ἤ ἦταν μία ἀναπόφευκτη ἐπιλογή καί ἀνάγκη της νά ἀπεκδυθεῖ τὴν ἐνδεχομένη ὑποψία ὅτι ὑπάγεται καί κατευθύνεται πνευματικά ἀπό μία Ἐκκλησία κράτους, τό ὁποῖο ἐθεωρεῖτο ἡ κυρία ἀπειλή κατά τῶν ΗΠΑ13.
Σήμερα, μετὰ ἀπὸ 40 χρόνια, ἐπαληθεύεται ἡ ἄποψη του π. Ἰωάννου Meyendorff ὅτι: «Ἡ κριτικὴ τὴν ὁποία προκάλεσε ἡ αὐτοκεφαλία δὲν ὀφείλεται σὲ κανονικοὺς ἢ ἐκκλησιολογικοὺς λόγους, ἀλλὰ στὸ φόβο ὅτι ἡ ‘φυλετιστικὴ’ ἢ ἡ ἐθνοκεντρικὴ δομὴ τῶν ὑφισταμένων ‘δικαιοδοσιῶν’ θὰ ἀντιμετώπιζε στὸ ἑξῆς τὴν σοβαρὴ πρόκληση μιᾶς κανονικῆς καὶ ὑγειοῦς Ἀμερικανικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία θὰ ἤταν τὴν ἴδια στιγμὴ ἐντελῶς ἀνοιχτὴ στὴ διατήρηση ὅλων τῶν ὑφισταμένων ἐθνικῶν ἠθῶν καὶ ἐθίμων τῶν διαφόρων ὁμάδων ὀρθοδόξων μεταναστῶν»;
Ἐκτιμοῦμε τὴν προσπάθεια τῆς OCA νὰ ἑδραιωθεῖ στὶς ΗΠΑ ἡ ἔννοια καὶ ἡ πραγματικότητα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ, ὅπως εἴπαμε παραπάνω, εἶναι ὅραμα καὶ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Διερωτῶμαι μόνο ἐὰν μπορεῖ κανεὶς νὰ διεκδικήσει τοπικότητα ὅταν οὐσιαστικὰ ἀποτελεῖ μειονότητα, ὅταν ἔχει ἀγνοήσει ὅλες τὶς ἄλλες ἐκκλησίες.
Διαβάζοντας τὴν Ἐγκύκλιο τῆς Ἱεραρχίας τῆς OCA, διὰ τῆς ὁποίας ἀνηγγέλθη ἐπισήμως τὸ ἔτος 1970 ἡ λήψη τοῦ «αὐτοκεφάλου» καθεστῶτος της, ὑπογράμμισα ὅτι τότε ἐτέθη ἕνας τριπλός στόχος:
«ὁ στόχος τῆς ἕνωσης ὅλων τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν τῆς Ἀμερικῆς σὲ μία ἐκκλησία».
«ὁ στόχος τῆς ἐλεύθερης μαρτυρίας τῆς χριστιανικῆς πίστεως σὲ ὅλο τὸν κόσμο».
«ὁ στόχος τῆς πνευματικῆς αὐξήσεως ἀπὸ δυνάμεως εἰς δύναμιν, διὰ τῶν εὐχῶν τοῦ ἁγίου πατρὸς Γερμανοῦ τῆς Ἀλάσκας».
Καὶ πάλι διερωτῶμαι ἐὰν σήμερα, μετὰ ἀπὸ 40 χρόνια, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἐπετεύχθη κάποιος ἀπὸ τοὺς τρεῖς αὐτοὺς στόχους. Ὁ πρῶτος στόχος εἶναι σαφὲς ὅτι δὲν ἐπετεύχθη. Ὅσο γιὰ τοὺς ἄλλους δύο στόχους, ἁπλᾶ διατυπώνω τὸ διπλὸ ἐρώτημα:
α) χρειάζεται ἡ ἀπόδοση αὐτοκεφάλου καθεστῶτος γιὰ νὰ ἐπιτευχθοῦν; Δὲν εἴχατε τὶς ἴδιες ἀκριβῶς δυνατότητες καὶ πρὸ τῆς λήψεως αὐτοῦ τοῦ καθεστῶτος;
καί, συναφῶς, β) οἱ ἄλλες ὀρθόδοξες ἐν ΗΠΑ παρουσίες, οἱ ὁποῖες δὲν ἔχουν αὐτοκέφαλο καθεστώς, ὑστέρησαν σὲ τίποτε στοὺς τομεῖς αὐτοὺς τῆς ὀρθοδόξου μαρτυρίας στὸν κόσμο καὶ τῆς πνευματικῆς αὐξήσεως ἀπὸ δυνάμεως εἰς δύναμιν;
Συνοψίζοντας τὴν περὶ τῆς ἀποδόσεως «αὐτοκεφάλου» καθεστῶτος ταπεινή μου γνώμη, ἐπιτρέψτε μου νὰ πῶ ὅτι ἐκ τῶν πραγμάτων φάνηκε ὅτι στὴν Ἐκκλησία ὅσο καλὲς καὶ ἂν εἶναι οἱ προθέσεις, ἡ παραβίαση τῶν ἱερῶν κανόνων σὲ καμία περίπτωση δὲν ἐπιφέρουν θετικὰ ἀποτελέσματα. Τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀντικανονικοτήτων ἀργὰ ἢ γρήγορα τὰ βρίσκουμε μπροστά μας, ὅπως ἔγινε προσφάτως (2009) μὲ τὶς ἀποφάσεις τῆς Δ’ Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως στὸ Σαμπεζὺ τῆς Γενεύης. Ἐνῷ δηλαδὴ ἡ OCA ξεκίνησε μὲ τὴν καθ’ ὅλα ἐπαινετέα αἰσιοδοξία τῆς ἑνοποιήσεως ὅλων τῶν ἐν ΗΠΑ ὀρθοδόξων καὶ τῆς ἑδραιώσεως τῆς συνειδήσεως τῆς τοπικότητας αὐτῶν, σήμερα ἀποτελεῖ ἐμπόδιο καὶ πρόβλημα πρὸς ἐπίλυσιν, διότι δὲν εἶναι Ἐκκλησία ἀναγνωρισμένη ἀπὸ ὅλους τοὺς ὀρθοδόξους.
Καὶ αὐτὸ διότι συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρο 1 τοῦ Κανονισμοῦ Λειτουργίας τῶν Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων, ἐπικυρωθέντος ἀπὸ τὴν Δ’ Προσυνοδικὴ Πανορθόδοξο Διάσκεψη: «Πάντες οἱ ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι ἑκάστης Περιοχῆς, ἐκ τῶν ὑπό τῆς Δ’ Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως καθορισθεισῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐν κανονικῇ κοινωνίᾳ μετά πασῶν τῶν κατά τόπους αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, συγκροτοῦν ἰδίαν Ἐπισκοπικήν Συνέλευσιν». Ἐπὶ πλέον, τὸ ἄρθρο 2γ τῶν ἀποφάσεων τῆς ὡς ἄνω Πανορθοδόξου Διασκέψεως, προβλέπει σὲ σχέση μὲ τὴν ὀρθόδοξη διασπορὰ ὅτι: «Αἱ ἐπί τῶν θεμάτων τούτων ἀποφάσεις θά λαμβάνωνται καθ’ ὁμοφωνίαν τῶν Ἐκκλησιῶν αἱ ὁποῖαι ἐκπροσωποῦνται εἰς τήν συγκεκριμένην Συνέλευσιν».
Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ὀργάνωσε τήν ἐκκλησιαστική του δικαιοδοσία στίς ΗΠΑ μετά τήν μετοίκηση πιστῶν ἀπό τίς περιοχές τῆς Θράκης, τοῦ Πόντου καί Μικρᾶς Ἀσίας, μετά τή μεγάλη καταστροφή πού βίωσε. Τό γεγονός αὐτό εἶναι φυσικό καί ἔχει τήν ἱστορική του ἐξήγηση. Ἵδρυσε τήν Ἑλληνική Ὀρθόδοξο Ἱ. Ἀρχιεπισκοπή Βορείου καί Νοτίου Ἀμερικῆς, χωρίς αὐτό νά σημαίνει ὅτι τήν ἵδρυσε γιά τούς ἕλληνες τό γένος.
Αὐτό ἀποδεικνύεται καί ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου περιλαμβάνει ἀλβανούς, οὐκρανούς, καρπαθορώσσους καί παλαιστινίους, χωρίς ποτέ κανείς ἀπό αὐτούς νά αἰσθάνεται ἐξελληνιζόμενος ἤ μειούμενος ἀπό αὐτό τό γεγονός. Ὁ ἴδιος ὁ ἱδρυτὴς τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Πατριάρχης Μελέτιος Μεταξάκης στὸν ἐνθρονιστήριο λόγο του ὁμιλεῖ περὶ τῆς ποιμαντικῆς μερίμνης πάντων τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν τῆς διασπορᾶς, μὲ ἰδιαίτερη μνεία τῶν πιστῶν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν15.
Ὁ ἐν λόγῳ Πατριάρχης ὄχι μόνο δὲν κάνει διάκριση τῶν πιστῶν ἀναλόγως τῆς ἐθνικῆς τους καταγωγῆς, ἀλλὰ παραπέμπει εὐθέως στὶς ἀποφάσεις τῆς Μεγάλης Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ ἔτους 1872, ἡ ὁποία κατεδίκασε τὸν ἐθνοφυλετισμό. Ὑπενθυμίζω ὅτι ἡ ἐν λόγῳ Σύνοδος ἐκήρυξε σχισματικοὺς ὅσους ἔπηξαν «ἴδιον θυσιαστήριον» καὶ συνέστησαν «ἰδίαν φυλετικὴν παρασυναγωγήν», μὲ βάση δηλαδὴ καθαρῶς φυλετικά κριτήρια, τὰ ὁποία ἐκρίθησαν «… ὡς ἀντικείμενα τῇ διδασκαλίᾳ τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τοῖς ἱεροῖς κανόσι τῶν μακαρίων πατέρων ἡμῶν»16.
Ἡ μή δικαιοδοσιακή αὐτοτέλεια τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς δέν ἀπετέλεσε ἐμπόδιο γιά τήν πνευματική καί ὀργανωτική πρόοδό της. Τουλάχιστον δέν μπορεῖ κανείς σήμερα νά ἰχυρισθεῖ ὅτι ἡ Ἀρχιεπισκοπή μας ὑστερεῖ σέ κάτι ἀπό τήν «αὐτοκέφαλη» OCA σέ ὁποιονδήποτε τομέα. Ἀντιθέτως, εἴδαμε νὰ πραγματοποιοῦνται στὸ βίο της, χωρὶς νὰ παύσει νὰ εἶναι ἄμεση δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τὸ ὅραμα τοῦ ἀειμνήστου Καθηγητοῦ Anton Vladimirovich Kartashoff περὶ ἀποκαταστάσεως «τοῦ sobornost (τοὐτέστιν τῆς ὑπευθύνου συμμετοχῆς ὅλου τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, κλήρου καὶ λαοῦ, στὴ ζωὴ τῆς ἐκκλησίας) ἀπὸ τὴν κορυφὴ ἕως τὴ βάση…»17.
Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο πάντα μέ κατανόηση ἀντιμετώπισε τίς ἱστορικές δυσκολίες μέσα ἀπό τίς ὁποῖες διῆλθε ἡ OCA. Ὅταν αὐτή εἶχε νά ἀντιμετωπίσει τήν ἀμφισβήτηση τῆς κανονικότητας αὐτῆς ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ρωσσίας ἐπί σοβιετικῆς ἐποχῆς, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο διατήρησε ἐποικοδομητική συνεργασία καί κοινωνία. Ἀκόμη καί ὅταν παρά πᾶσαν ἔννοιαν κανονικῆς τάξεως πῆρε τό οὕτω καλούμενο «αὐτοκέφαλό» της, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο τό εἶδε περισσότερο σάν μία διευθέτηση ἐκκρεμότητας μέ τό Πατριαρχεῖο Μόσχας καί δείχνοντας κατανόηση δέν διέκοψε, ἐφαρμόζοντας τήν ἐκκλησιαστική οἰκονομία, τήν κοινωνία μαζί της καί ἐξακολούθησε νά συλλειτουργεῖ μέ τούς ἱεράρχες της.
Δέν θέλω σήμερα νά ἀναπτύξω τά κατά τῆς ἐξελίξεως αὐτῆς ἐπιχειρήματα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τά ὁποῖα, ἄλλωστε εἶναι γνωστά καί ἔχουν καταγραφεῖ. Θεωρῶ ὅμως καθῆκον μου νά ὑπογραμμίσω τά κοινά ὁράματα καί τίς κοινές μας ἀρχές, οἱ ὁποῖες ἀδικοῦνται συνήθως καί χάνονται μέσα στήν δικαιοδοσιακή ἀντιπαράθεση, ἡ ὁποία μονοπωλεῖ συνήθως τίς σχέσεις μας. Ὑπενθυμίζω τὰ λόγια τοῦ ἀειμνήστου Μητροπολίτου Εἰρηναίου, ὁ ὁποῖος στὸ Χριστουγεννιάτικο Μήνυμά του πρὸς τοὺς Ὀρθοδόξου Πατριάρχες τὸ ἔτος 1966 εἶπε ὅτι «… ἡ ἑνότητα μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθεῖ μόνο μὲ μία συμφωνία μεταξὺ ὅλων τῶν ἐθνικῶν ἐκκλησιῶν»18, ἑπομένως, ὄχι μὲ μονομερεῖς ἐνέργειες ἀμφιβόλου κανονικότητας.
Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο δέν ἦρθε στήν Ἀμερική ὡς ἐθνική Ἐκκλησία, γιά νά ἱδρύσει μία ἐθνική δικαιοδοσία, γιατί αὐτό εἶναι ἀντίθετο καί μέ τίς ἐκκλησιολογικές του ἀρχές καί μέ τήν ἴδια του τήν ταυτότητα, ἀλλά καί τήν ἱστορία του. Ἡ Ἀρχιεπισκοπή μας εἶναι «ἑλληνική» μέ τήν ἔννοια τήν ὁποία σας ἀνέλυσα στήν ἀρχή τοῦ λόγου μου, χωρίς αὐτό νά σημαίνει ὅτι θά καταργήσει καί θά καταπιέσει τήν ἐθνική καταγωγή, τή γλῶσσα καί τόν πολιτισμό τῶν πιστῶν πού συνιστοῦν τή δικαιοδοσία του, εἴτε εἶναι αὐτοί ἕλληνες εἴτε ὄχι. Σὲ αὐτὸ ἄλλωστε νομίζω ὅτι συμφωνοῦμε19.
Τοῦ λόγου ὄντος περὶ τῆς Ἑλληνορθοδόξου Ἀρχιεπισκοπῆς στὴν Ἀμερική, θέλω νὰ ἀναφέρω ὅτι μπορεῖ κανεὶς νὰ συναντήσει ἐνορίες, ὅπου ὁμιλεῖται εὐρέως ἡ ἑλληνικὴ καὶ ὅπου οἱ ἱερὲς ἀκολουθίες εἶναι κυρίως στὴν ἑλληνικὴ ἢ σὲ δύο γλῶσσες: ἑλληνικὴ καὶ ἀγγλική. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ πολλὲς ἐνορίες ὅπου ἡ ἑλληνικὴ δὲν εἶναι ἐν χρήσει καὶ ὁμιλεῖται μόνο ἡ ἀγγλική. Μὲ ἄλλα λόγια, μπορεῖ κάποιος νὰ ἀποκομίσει τὴν ἐντύπωση μιᾶς κυρίαρχης ἑλληνικῆς ἐπιρροῆς στὴν ἐκκλησία, κάτι ποὺ ὅμως δὲν ἀνταποκρίνεται στὴν πραγματικότητα.
Περαιτέρω θὰ ἤθελα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχή σας στὸ ἑξῆς ἐπιχείρημα. Ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα εἶναι καὶ αὐτὴ θύμα τῆς ἀνόδου τοῦ ἐθνικισμοῦ καὶ ἔγινε στόχος ἀκόμη καὶ στὶς ΗΠΑ μὲ ὄχημα τὴν ἰδέα τῆς ἀπεξαρτήσεως ἀπὸ τὶς Μητέρες Ἐκκλησίες. Ἡ ἑλληνικὴ ὅμως γλώσσα δὲν εἶναι ἁπλὰ μία ἐθνικὴ γλώσσα, ἀλλὰ ἡ γλώσσα τοῦ Εὐαγγελίου, τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τῶν μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκληίας καὶ τῶν πρωτοτύπων λειτουργικῶν καὶ λατρευτικῶν κειμένων τῆς Ὀρθοδοξίας.
Τελικά, διερωτῶμαι γιατί ἡ Ἀρχιεπισκοπὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου δὲν μπορεῖ νὰ ἀποτελεῖ ἔκφραση ὅλης τῆς ἑνωμένης Ὀρθοδόξου παρουσίας στὶς ΗΠΑ, ἐπειδή φέρει στὸν τίτλο της τὸν ὅρο «Ἑλληνική», ἐνῷ τὸ ἴδιο ἀξιώνει νὰ ἀποτελέσει ἡ OCA, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι μέχρι τὸ 1970 ἔφερε ἐπισήμως τὸν τίτλο «Ρωσσική» (καὶ «Ἑλληνική») καὶ μέχρι προσφάτως διοικεῖτο ἀπὸ ἱεράρχες ρωσσικῆς καταγωγῆς;20
Ἡ ὑπό τήν ἔννοια αὐτή «ἑλληνικότητα» δέν ἀπετέλεσε ἐμπόδιο στούς πιστούς μας νά εἶναι γνήσιοι ἀμερικανοί, ἀφοσιωμένοι πολίτες τῶν ΗΠΑ καί πρόθυμοι ὑπερασπιστές τῶν συμφερόντων της.
Εἶναι κατανοητὴ καὶ ἴσως δίκαιη ὡς ἕνα βαθμὸ ἡ δυσκολία ὡρισμένων νὰ δεχθοῦν τὸν ὅρο διασπορά, ὁ ὁποῖος ἐμπεριέχει τὸ στοιχεῖο τῆς προσωρινότητας. Ἀσφαλῶς γιὰ τὸ μέγιστο μέρος τῶν ὀρθοδόξων πιστῶν στὶς ΗΠΑ – ἀλλ’ ὄχι μόνο – τὸ στοιχεῖο τῆς προσωρινότητος τῆς ὑπάρξεώς τους στὶς περιοχὲς αὐτὲς ἀποτελεῖ ἀναχρονισμό. Ὀφείλουμε ὅμως νὰ κατανοήσουμε ὅτι ὅταν λέμε διασπορὰ δὲν ἀναφερόμαστε μόνο στοὺς ἀνθρώπους, στοὺς διεσπαρμένους δηλαδή, ἀλλὰ κυρίως – πλέον – στὸν γεωγραφικὸ χῶρο στὸν ὁποῖο ἔχει γίνει αὐτὴ ἡ διασπορά.
Ὑπὸ τὴν ἔννοια, λοιπόν, αὐτή δὲν εἶναι οὔτε ὑποτιμητικὸ οὔτε ἀναχρονιστικὸ νὰ ἀναφερόμαστε στὴν ἰδιαιτερότητα ἑνὸς γεωγραφικοῦ χώρου ἀπὸ ἐκκλησιαστικῆς ἀπόψεως μὲ ξεχωριστὴ ὁρολογία. Δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει κανείς, ὁ ὁποῖος δὲν παραδέχεται ὅτι ἡ ποιμαντικὴ μέριμνα τῶν περιοχῶν ἐκτὸς τῶν γεωγραφικῶν ὁρίων τῶν τοπικῶν ἐκκλησιῶν ἀπασχολεῖ σήμερα ὁλόκληρη τὴν Ὀρθοδοξία καὶ πρέπει τοὐλάχιστον νὰ ὁρισθεῖ καὶ νὰ ὀνοματιστεῖ, ὡστε ἐν συνεχείᾳ νὰ ἀναλυθεῖ καὶ νὰ ἀντιμετωπισθεῖ. Οἱ κάποτε διεσπαρμένοι, σήμερα εἶναι αὐτόχθονες, ριζωμένοι χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι ἄνθισαν καὶ καρποφόρησαν στὸν τόπο τους.
Αὐτὸ καθ᾿ ἑαυτὸ τὸ ἀμερικανικὸ ὄνειρο, τὸ ὁποῖο ἐπικαλεῖσθε δικαίως, δέν προϋποθέτει τή διαγραφή τῆς ἱστορικῆς μνήμης καί τοῦ πολιτισμοῦ τῶν ἀνθρώπων πού τήν ἀπαρτίζουν, ἀλλά προωθεῖ τή δημιουργική σύνθεσή τους στό ἀνθηρό ψηφιδωτό πού λέγεται ΗΠΑ. «Θεωροῦμε αὐτὲς τὶς ἀλήθειες αὐτονόητες, ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι πλασμένοι ἴσοι καὶ ἔχουν προικισθεῖ ἀπὸ τὸν Δημιουργὸ μὲ ἀναφαίρετα δικαιώματα, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς ζῆς, τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἐπιδίωξης τῆς εὐτυχίας», λέει ἡ Ἀμερικανικὴ Διακήρυξη τῆς Ἀνεξαρτησίας. Ὁ Πρόεδρος Jimmy Carter ὅμως συμπληρώνει ὅτι «δὲν γινόμαστε ἕνα δοχεῖο ἀφομοίωσης, ἀλλὰ ἕνα ὄμορφο ψηφιδωτό.
Διαφορετικοὶ ἄνθρωποι, διαφορετικὰ πιστεύω, διαφορετικοὶ στόχοι, διαφορετικὲς ἐλπίδες, διαφορετικὰ ὄνειρα»21. Ἀκολουθεῖ στὶς ἀπόψεις του αὐτὲς τὰ βήματα τοῦ Ἀντιπροέδρου Hubert H. Humphrey: «Ἔχει, εὐτυχῶς, πρὸ πολλοῦ παρέλθει ὁ καιρὸς ποὺ οἱ ἄνθρωποι ἀρέσκονταν νὰ θεωροῦν τὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες ὡς ἕνα εἶδος δοχείου ἀφομοίωσης, τὸ ὁποῖο ἔπαιρνε ἄνδρες καὶ γυναῖκες ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου καὶ τὰ μετέτρεπε σὲ ὁμοιόμορφους ἀμερικανούς. Εἴματε, νομίζω, σήμερα πολὺ πιὸ ὤριμοι καὶ σοφοί. Καθὼς καλωσορίζουμε ἕνα κόσμο ἑτεροτήτων, δοξάζουμε τὴν Ἀμερικὴ τῶν ἑτεροτήτων – τὴν ὅλο καὶ πιὸ πλούσια Ἀμερικὴ λόγῳ τῶν πολλῶν διαφορετικῶν καὶ ξεχωριστῶν νημάτων ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι ὑφασμένη»22.
Κατακλείοντας τήν εἰσήγησή μου, θεωρῶ ὅτι οἱ ἀντικανονικότητες, ἔστω καί ὑπαγορευόμενες ἀπό ἱστορική ἀνάγκη, δέν ἀποτελοῦν ὀρθές ἐπιλογές, διότι πάντα θά ὀρθώνονται ἐνώπιόν μας στήν πορεία γιά τήν πανορθόδοξη ἑνότητα καί μαρτυρία.
Οἱ ἀποφάσεις τῆς Δ’ Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως ἀποτελοῦν ἱστορική εὐκαιρία γιά τήν Ὀρθοδοξία καί στήν Ἀμερική νά ὑπερβεῖ τίς ἀνταγωνιστικές νοοτροπίες τοῦ παρελθόντος καί νά δεῖ ὅτι τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο διέπεται ἀπό τίς ἴδιες ὑπερθενικές ἀρχές τόσο τῆς OCA ὅσο καί τῶν ΗΠΑ. Ὁ σεβασμός τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἡ τήρηση τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως καί πίστεως ἀποτελοῦν τή μόνη ἀσφαλή ὁδό ἐν Χριστῷ ἑνότητος καί προκοπῆς.
Στὴν προσφώνησή του πρὸς τοὺς Προκαθημένους τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν κατὰ τὴν Σύναξη τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους 2008 στὸ Φανάρι, ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Βαρθολομαῖος εἶπε τὰ ἑξῆς:
«Ἠλεήθημεν ὑπό τοῦ Κυρίου νά ἀνήκωμεν εἰς τήν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν, τῆς ὁποίας πιστός συνεχιστής καί ἐκφραστής ἐν τῇ Ἱστορίᾳ εἶναι ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξος ἡμῶν Ἐκκλησία. Παρελάβομεν καί διατηροῦμεν τήν ἀληθινήν πίστιν, ὡς τήν παρέδωκαν εἰς ἡμᾶς οἱ ἅγιοι Πατέρες διά τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῆς μιᾶς ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας. Κοινωνοῦμεν τοῦ αὐτοῦ Σώματος καί Αἵματος τοῦ Κυρίου ἐν τῇ μιᾷ Θείᾳ Εὐχαριστίᾳ, καί μετέχομεν τῶν αὐτῶν Ἱερῶν Μυστηρίων.Τηροῦμεν κατά βάσιν τό αὐτό λειτουργικόν τυπικόν, καί διοικούμεθα ὑπό τῶν αὐτῶν Ἱερῶν Κανόνων. Ταῦτα πάντα διασφαλίζουν τήν ἑνότητα ἡμῶν, καί παρέχουν θεμελιώδεις προϋποθέσεις διά τήν μαρτυρίαν ἡμῶν ἐν τῷ συγχρόνῳ κόσμῳ.
Παρά ταῦτα, ὀφείλομεν νά ὁμολογήσωμεν ἐν εἰλικρινείᾳ ὅτι ἐνίοτε παρέχομεν τήν εἰκόνα ἐλλιποῦς ἑνότητος ὡς νά μή εἴμεθα μία Ἐκκλησία, ἀλλά συνομοσπονδία ἤ ὁμοσπονδία Ἐκκλησιῶν… Βεβαίως, ἡ ἀπάντησις εἰς τό ἐρώτημα τοῦτο, ἡ ὁποία συνήθως δίδεται, εἶναι ὅτι παρά τήν διοικητικήν κατάτμησιν ἡ Ὀρθοδοξία παραμένει ἡνωμένη ἐν τῇ πίστει, τοῖς Μυστηρίοις κ.λ.π. Ἀλλ᾿ εἶναι τοῦτο ἀρκετόν;
Ὅταν ἐνώπιον τῶν μή Ὀρθοδόξων ἐμφανιζώμεθα ἐνίοτε διῃρημένοι εἰς τούς θεολογικούς διαλόγους καί ἀλλαχοῦ ἤ ὅταν ἀδυνατῶμεν νά προχωρήσωμεν εἰς τήν πραγματοποίησιν τῆς πρό πολλοῦ ἀναγγελθείσης Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας∙ ἤ στερώμεθα μιᾶς ἑνιαίας φωνῆς ἔναντι τῶν συγχρόνων προβλημάτων καί, ἀντ᾿ αὐτοῦ, συγκροτῶμεν διμερεῖς διαλόγους ἐπί τῶν θεμάτων τούτων μετά τῶν μή Ὀρθοδόξων∙ ἤ ὅταν ἀδυνατῶμεν νά συγκροτήσωμεν ἑνιαίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἐν τῇ λεγομένῃ Διασπορᾷ συμφώνως πρός τάς ἐκκλησιολογικάς καί κανονικάς ἀρχάς τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν∙ πῶς δυνάμεθα νά ἀποφύγωμεν τήν εἰκόνα τοῦ μερισμοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας, καί δή καί ἐπί τῇ βάσει μή θεολογικῶν, κοσμικῶν κριτηρίων;
Ἔχομεν, ὅθεν, ἀνάγκην περισσοτέρας ἑνότητος, ὥστε νά ἐμφανιζώμεθα πρός τούς ἔξω οὐχί ὡς ὁμοσπονδία Ἐκκλησιῶν, ἀλλ᾿ ὡς μία καί ἑνιαία Ἐκκλησία. Ὁ Θρόνος οὗτος διά μέσου τῶν αἰώνων, καί δή καί μετά τό Σχῖσμα, ὅτε ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης ἔπαυσε νά εὑρίσκεται ἐν κοινωνίᾳ μετά τῶν Ὀρθοδόξων, ἐκλήθη ἐκ τῆς κανονικῆς τάξεως νά διακονήσῃ τήν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὡς πρωτόθρονος αὐτῆς, ὅπερ καί ἔπραξε διαχρονικῶς συγκαλέσας σειράν ὅλην πανορθόδοξων Συνόδων ἐπί κρισίμων ἐκκλησιαστικῶν θεμάτων, ἕτοιμος δέ πάντοτε νά παράσχῃ τήν βοήθειαν καί συμπαράστασιν αὐτοῦ πρός ἐμπεριστάτους Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας, ὁσάκις τοῦτο ἐζητήθη ἀπ᾿ αὐτοῦ.
Διεμορφώθη οὕτω μία κανονική τάξις, διά τῆς ὁποίας ὁ συντονιστικός ρόλος τοῦ Πατριαρχείου τούτου ἐξησφάλιζε τό ἑνιαῖον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, χωρίς τό παράπαν νά παραβλάπτηται ἤ μειῶται ἡ αὐτοτέλεια τῶν κατά τόπους αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν διά τινος ἐπεμβάσεως εἰς τά ἐσωτερικά αὐτῶν. Τοῦτο, ἄλλωστε, εἶναι τό ὑγιές νόημα τοῦ θεσμοῦ τῆς αὐτοκεφαλίας, ὅτι, ἐνῷ διασφαλίζει τό αὐτοδιοίκητον ἑκάστης Ἐκκλησίας ὡς πρός τήν ἐσωτερικήν αὐτῆς ζωήν καί ὀργάνωσιν, ἐπί θεμάτων ἁπτομένων τῆς ὅλης Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῶν πρός τούς ἐκτός αὐτῆς σχέσεών της ἑκάστη αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία, δέν ἐνεργεῖ αὐτοτελῶς, ἀλλ᾿ ἐν συντονισμῷ μετά τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Ἐάν ὁ συντονισμός οὗτος ἐκλείψῃ ἤ ἀτονίσῃ, ἡ αὐτοκεφαλία καθίσταται «αὐτοκεφαλισμός», τοὐτέστι παράγων διαιρέσεως καί οὐχί ἑνότητος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Καλούμεθα, λοιπόν, προσφιλέστατοι ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, νά συμβάλωμεν διά παντός μέσου εἰς τήν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὑπερβαίνοντες πάντα τοπικισμόν ἤ ἐθνικοφυλετικόν πειρασμόν ὥστε νά ἐνεργῶμεν ὡς ἑνιαία Ἐκκλησία, ὡς ἕν κανονικῶς συγκεκροτημένον σῶμα. Τοῦτο δέν εἶναι βεβαίως εὐχερές. Δέν διαθέτομεν, ὡς συνέβαινε κατά τήν Βυζαντινήν περίοδον, πολιτειακόν παράγοντα ἐγγυώμενον - ἤ ἐνίοτε καί ἐπιβάλλοντα - τήν ἑνότητα ἡμῶν. Οὐδέ ἐπιτρέπει ἡ ἐκκλησιολογία ἡμῶν συγκεντρωτικήν ἐξουσίαν δυναμένην νά ἐπιβάλῃ ἄνωθεν τήν ἑνότητα. Ἡ ἑνότης ἡμῶν ἐναπόκειται εἰς τήν συνείδησιν ἡμῶν. Ἡ συναίσθησις τῆς ἀνάγκης καί τοῦ χρέους ἡμῶν ὅπως ἀποτελῶμεν ἕν συγκεκροτημένον κανονικῶς σῶμα, μίαν Ἐκκλησίαν, εἶναι ἱκανή νά διασφαλίσῃ τήν ἑνότητα ἡμῶν, ἄνευ οἱασδήτινος ἔξωθεν ἐπεμβάσεως».
Σᾶς εὐχαριστῶ γιὰ τὴν προσοχή σας.
Русский
Ελληνικά
English